Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011
ΚΑΤΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ...
Κάτι πολύ ενδιαφέρον για τη Μήδεια και όχι μόνο θα βρείτε στην σελίδα :
www.users.globalnet.co.uk/~loxias/greek.htm
Είναι η σελίδα του " Λοξία".Μπορείτε να παίξετε και το παιχνιδάκι για τη Μήδεια
ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ
Είναι η Μήδεια το μέλλον μας; Της Αννυς Kολτσιδοπουλου ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μήδεια σκην.: Αντώνης Αντύπας Θέατρο: Απλό Θέατρο Η πρεμιέρα της Μήδειας του Ευριπίδη στην Επίδαυρο (22/7) συνέπεσε με την κρίσιμη Παρασκευή της «συμφωνίας των Βρυξελλών», που έδωσε στην Ελλάδα μια (ακόμη) ευκαιρία... «να ανήκει στον κόσμο των πολιτισμένων και όχι των τριτοκοσμικών και των βαρβάρων...». Να συνεχίσει δηλαδή να ανήκει στο κόσμο του Ιάσονα και όχι της Μήδειας. Να φρίττει με τις εκδικητικές, παιδοκτόνους Μήδειες ενώ ο ίδιος τρώει και τα παιδιά του και τις Μήδειες. Πού το πάω; Εκεί που το ήθελε, στην ουσία, ο Ευριπίδης. Παραμονές Πελοποννησιακού σπαραγμού, με όλους τους όρκους και τις υποσχέσεις για ειρήνη - ανάπτυξη - αλληλοσεβασμό καταπατημένους, με τα μίση, τα αίσχη και τις προδοσίες στις επάλξεις, ποιος ποιητής - πολιτικός συγγραφέας θα διάλεγε ένα αιματοβαμμένο ρομάντζο για να προειδοποιήσει τους Αθηναίους; Πάτησε σ’ έναν ευρύτερα γνωστό μύθο (Αργοναυτική Εκστρατεία) που τον πιάνει μάλιστα από την Κόρινθο, πόλη - κόκκινο πανί για τους Αθηναίους, «απαλλάσσει» τους Κορίνθιους από τη μυθική ρετσινιά του φόνου των παιδιών της Μήδειας, για να τους αποδώσει στην ίδια, ως γυναίκα προδομένη αλλά και θεϊκής καταγωγής που εκτελεί θεία δίκη. Σ’ αυτό το συνταρακτικό έργο, ο διόλου δημοφιλής Ευριπίδης φυλάει καμουφλαρισμένους τους πολιτικούς στόχους του και δεν απομακρύνεται από το επίπεδο των προσωπικών σχέσεων, συγκρούσεων, παρακρούσεων. Επιμένει όμως στην επιχειρηματολογία ανάμεσα σε δύο ανόμοιους και αλληλοσυγκρουόμενους κόσμους, από τους οποίους ο ένας ψεύδεται κυνικά και ο άλλος μπλοφάρει δαιμονισμένα. Ποντάρει ασφαλώς στους φρέσκους συνειρμούς των συμπατριωτών του (διωγμοί των Μεγαρέων από τα λιμάνια και τις αγορές της Αθηναϊκής Συμμαχίας, αντίποινα των Δωριέων, αδίστακτες ξενηλασίες στη Πελοπόννησο) όταν βάζει τον ξενοφοβικό Κρέοντα να διώχνει τη Μήδεια και τα παιδιά της από την Κόρινθο επιταχύνοντας έτσι το χορό των νέων θανατικών, μαζί και το δικό του. Ενώ μας αιχμαλωτίζει με το σκοτεινό, ακυρωμένο ερωτικό πάθος της Μήδειας και τις αβυσσαλέες διεργασίες του ταραγμένου της νου, δείχνει πώς οι κινητήριες δυνάμεις είναι κοινές στο πολιτικό και στο προσωπικό επίπεδο. Οταν θυσιάζεται κάθε ηθικός φραγμός, συναίσθημα και ανθρώπινη κατάκτηση για το συμφέρον, η απάντηση είναι μίσος, εκδίκηση, επιστροφή στο χάος απ’ όπου όλοι καταγόμαστε. Ο τυφλός ορθολογισμός του Ιάσονα –που όλα τα έχει υπολογίσει για το καλό όλων– δεν υπολόγισε τη φύση, το ένστικτο, τις εκρήξεις που προκαλεί η προδοσία στο πιο απρόβλεπτο και ολισθηρό υπόβαθρο: την καρδιά. Πόσω μάλλον την εύπιστη σε όρκους και απόλυτα παραδομένη στον έρωτα. Ο Αντώνης Αντύπας, όπως πολλοί πριν απ’ αυτόν, αντιπαρήλθε το «τι θέλει να πει τελικά ο ποιητής», μένοντας νόμιμα και φρόνιμα προσηλωμένος στο συγκλονιστικό επικάλυμμα του έργου, έτσι κι αλλιώς γεμάτο υψηλούς γρίφους για τα κριτήριά μας. Τις αργόσυρτες κινήσεις και αντιδράσεις του υποτονικού Χορού, που προσέρχεται μαζί με τους ρόλους τελετουργικά στην ορχήστρα, κατανόησα κατόπιν παραστάσεως, διαβάζοντας το πρόγραμμα (πάλι το πρόγραμμα!). Είχα, λέει, δει «θέατρο μέσα στο θέατρο» καθώς η δράση τοποθετείται στον ναό της Ακραίας Ηρας, όπου «ο απώτερος Μύθος αναφέρει ότι είχαν ταφεί τα παιδιά της Μήδειας» κι όπου οι καθιερωμένες γιορτές πένθους και εξιλέωσης κορυφώνονταν με την αναπαράσταση της ιστορίας της Μήδειας από προσκυνητές. Πού το «έγραφε» όμως αυτό η ίδια η παράσταση; Και ποια χαροκαμένη μάνα - προσκυνήτρια ήταν που διέπρεψε ενώπιόν μας με τη δύναμη, την εσωτερική δόνηση, την απόκοσμη σκοτεινιά της Αμαλίας Μουτούση; Για τους υπόλοιπους ρόλους –πλην στιγμών του Ιάσονα (Χρήστου Λούλη)– ίσως να επαρκούσε ο ζήλος των προσκυνητών αφού οι καλοί ηθοποιοί (Λεμπεσόπουλος, Νταλιάνης, Ημελλος, Πάνου, Καλλιμάνη) αφέθηκαν ξεκομμένοι, αστήριχτοι, σαν να χωνεύτηκαν από το χώμα που πατούσε η Μήδεια. Κατάκτηση όλων ήταν ο λόγος, με κέρδος την ακουστική απόλαυση της εμπνευσμένης μετάφρασης του Χειμωνά. Την οπτική πλευρά (Γ. Πάτσας) κέρδισε η Αργώ, ως καταρρέον ακρόπρωρο, που μέσα του φιλοξενεί τα δώματα της Μήδειας. Από τα σπλάχνα του αναδύεται στο τέλος, ψηλά πάνω από την ορχήστρα, το πάμφωτο αναβατόριο-άρμα του θεϊκού παππού της Ηλιου, για να την απομακρύνει από τον ρημαγμένο κόσμο των θνητών. Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη της Μήδεια, η Αμαλία Μουτούση, με όλο της το είναι στραμμένο εντός της, στο γενεσιουργό σκότος μιας διχασμένης φύσης, στεγνωμένη και περίκλειστη, μακριά από κάθε ίχνος περιγραφής του ρόλου, έμοιαζε σκηνοθετημένη περισσότερο από τον Χειμωνά –αδεία Αντύπα– υπακούοντας ευλαβικά στην άγρια ποίηση και στον αιχμηρό ρυθμό της διάνοιας και του λόγου του. Ενός λόγου, που είχε συχνά δομή άριας με αποκορύφωμα έναν ελεγχόμενο, ανεπαίσθητο αλλά συγκλονιστικό, φωνητικό εκτροχιασμό. | |||
|
Hμερομηνία : 7/8/11 Copyright: http://www.kathimerini.gr | |||
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ
με στόμα που παραληρεί εκφωνεί λόγους σοβαρούς…
διανύουσα με τη φωνή διαστήματα χιλίων ετών ως τον Θεό.»
Ηράκλειτος
«Ο ελληνικός λόγος είναι πραγματικά θανατηφόρος», έγραψε ο Χέντερλιν αναφερόμενος στην τραγωδία και στην λέξη εντός της που γίνεται ενέργημα, στο λόγο που δεν δημιουργεί τον κόσμο (μονάχα) μα τον σκοτώνει. «Εμείς οι Δυτικοί γνωρίζουμε την πληγή που οι λέξεις μπορούν να επιφέρουν αλλά βιώνουμε μονάχα μεταφορικά την αμεσότητα του φυσικού ολέθρου. Η κατάρα του Θησέα φονεύει κυριολεκτικά τον Ιππόλυτο. Οι μαντικές και προφητικές εκφορές ξεσκίζουν την ανθρώπινη σάρκα. Η εντολή του Κρέοντα φονεύει την Αντιγόνη».Ο λόγος, έτσι, γίνεται θεός κι ο δημιουργός του άνθρωπος ο ατέρμονος Προμηθέας που, γυμνός πάνω στον βράχο θα προσπαθεί να σκαλίσει με τα νύχια το Φως, χρησιμοποιώντας την πένα ως έμβολο ενάντια στην μοίρα μας.
Ένας θεωρητικός του Λόγου, ο Μπρούνο Σνελ, είχε γράψει κάποτε πως η γλώσσα είναι το ελάχιστο ανάμεσα στο άφατο του απόλυτου και στην κραυγή του ζώου. Ανάμεσα στην τρέλα που δεν μπορεί να εκφραστεί και στη σοφία που σιωπά. Κάπου εδώ ανάμεσα, σε μια πορεία γεμάτη μώλωπες μάχης από το Λόγο στη Γλώσσα, από τον βράχο στην πένα, οφείλει να γεννιέται η γραφή. Έτοιμη μ’ άλλα λόγια να παραδοθεί στα πιο υπέροχα λάθη για να δώσει γεννήματα μεστά. Όπως η Αριάδνη. Όπως η Μήδεια.
Αν η μελέτη των αναπαραστάσεων έχει γίνει ένα σημαντικό πεδίο της κοινωνικής κι ανθρωπολογικής έρευνας από τον 20 αιώνα κι έπειτα, δεν είναι μόνο γιατί μπορούν ν’ αποκαλύψουν πολλά για τις ανθρώπινες διεργασίες και τις σχέσεις εξουσίας που περικλείουν, αλλά και γιατί μπορούν ν’ αποτελούν ασυνείδητους κώδικες που διατρέχουν τον χρόνο που τα συμπεριλαμβάνει και ξεπερνούν την κοινωνία που τα δημιουργεί. «Κωδικοποιημένα μυνήματα που φτάνουν ως εμάς περιέχοντας πλήθος στοιχείων για την ιστορία της ανθρωπότητας και την ιστορική εποχή από την οποία προέρχονται».
Συμπύκνωση κι ανώτερη αισθητικά, όπως και πλατύτερη πολιτισμικά, έκφραση των συλλογικών μας αναπαραστάσεων αποτελούν τα αρχέτυπα, τα σύμβολα που ο μετα-φροϋδιστής Γιουνγκ θεώρησε πως κουβαλούν μέσα τους, αδιαμόρφωτη, την ασυνείδητη ψυχική ζωή της ανθρωπότητας. Κι αν τα μυθολογικά σύμβολα είναι μέρος των αρχετύπων, τότε και τα ίδια αποτελούν μία κωδικοποιημένη ιστόρηση που περιγράφει την ιστορία του κόσμου και την μοίρα του ανθρώπου σε δυο-τρεις γραμμές. Ή σε δυο-τρεις συλλαβές.
Γιατί τα ονόματα των αρχαίων, εκτός από Γλώσσα-Θεό αποκαλύπτουν και μία Γλώσσα-Μύστη: Η Αριάδνη, ρίζα κοινή του Μινωϊκού αδνός και του Αττικού ανδάνω, «τέρπομαι», (οι δυο τόποι των εραστών του Μινώταυρου…) είναι μια λέξη που ενώνει κατά τους γλωσσολόγους (πχ Πρέλερ) την αγνότητα με την ηδονή, αντιστρέφοντας προφητικά κατ εμάς την θρησκευτική βία της αμαρτίας που θα επικρατούσε λίγους αιώνες αργότερα. Πάναγνη και Αφροδίσια την ίδια ώρα, σύμφωνα με τους αλληλοσυγκρουόμενους μα γερά στερεωμένους στον Αιγιακό χώρο μύθους, είναι ένα σύμβολο και μια λέξη-ενέργημα που τοποθετεί κι αναδεικνύει την ίδια ώρα την τραγωδία όσο πολύ σπάνια γίνεται. Τραγική με την έννοια του χριστιανού Χέντερλιν, ενδοστρέφεται και το ένα της μισό (πάναγνο) σκοτώνει το άλλο (αφροδισιακό). Ή, καλύτερα, έτσι υποκρίνονται και τα δυο…
Γιατί σ’ έναν αποκρυφιστικό/εναλλακτικό ορισμό της τραγωδίας, βγαλμένο από την ακτή των Ιώνων, «τραγωδία υπάρχει όπου το θύμα αφήνει τον εαυτό του να ξεγελαστεί όσο κι ο θύτης». Κι άρα ο δυϊσμός μας είναι ότι το τραγικό πρόσωπο δεν είναι αθώο, δεν είναι αγνό. Ίσα-ίσα είναι αυτό που παρόλο που «ξέρει», παρόλο που γνωρίζει πως δεν είναι αθώο, δεν αλλάζει τίποτε. Ούτε ένα βήμα. Και πηγαίνοντας προς μία μοίρα που χει προ-επιλέξει, η μόνη «αθωότητα» που μπορεί να διαπραγματευτεί είναι της αξιοπρέπειας του. Να αποδεχτεί με ψηλά το κεφάλι το σκοτάδι, δίχως να αρνιέται το φως. Άλλωστε «δεν αξίζει να πας στην έρημο και να μην χαθείς»…
Και είναι μέσα από αυτό που η μυθολογία βρίσκει την κοινωνικοπολιτική της σημασία. Γινόμενη ένα “ποίημα” που προσπαθεί να ξεπεράσει τον Πατέρα-Θεό, λύνοντας “το αίνιγμα” του Δέντρου της Γνώσης (κι άρα της Δημιουργικότητας) που ο ίδιος, σύμβολο κάθε εξουσίας, το ήθελε για την αποκλειστική του κατοχή, προσφέροντας ως εξαγορά την ησυχία και τον πλούτο ενός (απόλυτου εξ ορισμού) παραδείσου. Κι είναι εδώ που ξεκινά η ανθρώπινη περιπέτεια μιας άγαρμπης, αντιφατικής, συχνά χυδαίας, διαρκώς συναρπαστικής, μα αξιοπρεπέστερης όμως από την διαμονή του “φυτού στον Κήπο”, ανεξαρτησίας. Περιπέτεια κρυμμένη, μα όχι ξεχασμένη, πίσω από δεκάδες ονόματα (Παράδεισο ή Ιερουσαλήμ, Ιθάκη ή Σοσιαλισμό, Προσωπική Ευτυχία ή Φιλοσοφική Πλήρωση) και τις προσπάθειες εύρεσης τους που βασανίζουν τον άνθρωπο από την εποχή του Μωΰσή και του Οδυσσέα…
Κι αν οι εξουσίες σιγά σιγά ντύθηκαν τον μανδύα του Θείου κάτω από όλα τα χρώματα κι απ’ όλες τις σημαίες, κι αν οι πολλοί δεν άντεξαν παρά ν’ αναζητούν την ησυχία (ή και τον πλούτο) κατακερματισμένων ατομικών ή συλλογικών «παραδείσων», γιατί έφεραν μέσα τους τον μόνο τόπο που ήξεραν, αυτόν του απόλυτου, υπήρξαν και μερικοί διαφορετικοί. Κι αν οι πρώτοι στήριζαν και στηρίζουν την όποια εξουσία ή συνήθεια μ’ αντάλλαγμα την μικρότερη διαδρομή κι άρα την μικρότερη ανησυχία στην «θάλασσα του ταξιδιού», υπήρξαν και μερικοί πιο ανήσυχοι, που δεν μπορούσαν παρά να πληρώσουν την πιο μακρινή διαδρομή, αλλά και μέσα απ‘αυτό, ‘συχνά’, μέσα από τον θάνατο να νικούν τον θάνατο.
Στον μύθο της Αριάδνης η έρημος, το «ανοίκειο», το σκοτάδι, κι ο θάνατος είναι η «Σπηλιά». Η Μήτρα. Και την ίδια στιγμή (σπονδή στον αρχαίο δυΐσμό των «μυημένων»…) είναι η κατάδυση κι η κατάφαση στη Ζωή, δηλαδή στη Γνώση, στη Μύηση, πέρα από τα όρια του καθωσπρεπισμού. Εκεί που δεν κατέχεις τίποτε, ούτε το σώμα σου στ αλήθεια, έτσι όπως αυτό διαχέεται στο σκοτάδι και στις άπειρες δυνατότητες κι απειλές του, ακριβώς γιατί δυνητικά μπορείς να κατέχεσαι από τα πάντα. Ο Μινώταυρος, σύμβολο της σεξουαλικότητας, και έμβλημα της Μινωϊκής γυναικοκρατίας, κύμβαλο του Διόνυσου με φωνή και όχι αλλαλάζων, είναι το «αρχέτυπο» ενός «ερωτοκεντρικού, μητρογραμικού μύθου». Ανθρωπολόγοι κι όχι μόνο όπως οι Γιαν Μπρέμερ, Ρ. Τζ. Σμιθ, Μ. Ντέιβις, Ρόμπερτ Γκρέιβς κ.ά, επεσήμαναν, με διαφορετικούς τρόπους κι από διαφορετικούς δρόμους ο καθένας, πως το πιο ουσιώδες τελετουργικό των γυναικείων μυστηρίων υπήρξε η κάθοδος της αρχιέριας στο άβατον του θεού της γονιμότητας (και της γνώσης;). Αν ο Μινώταυρος ήταν το σύμβολο-κλειδοκράτωρ όλου αυτού, κι αν η Αριάδνη δίνει στον αγαπημένο τον μίτο που ακόμη αναζητάμε, δεν είναι τυχαίο πως οι ίδιοι μα κι άλλοι μελετητές επεσήμαναν πως στην Μητριαρχία ο αρχηγός είχε τον ρόλο του οδηγητή κι εμπνευστή, και όχι του δυνάστη. Η εξουσία άλλαξε πολλές φορές μα θεμελιώθηκε μία.
Κι όμως, αν η έρευνα έχει δίκιο σαν επισημαίνει πως ο Διόνυσος γεννιόταν «ταυροκέρατος», τότε η αδερφή της Αριάδνης, η Φαίδρα, δεν συμβάλλει τυχαία στον θάνατο του Ιππόλυτου, του ωραίου νέου που τιμωρήθηκε όχι γιατί «αμάρτησε», μα γιατί «αρνήθηκε τον έρωτα»…
Η Αριάδνη, όμως, δεν είναι η Φαίδρα. Σχετίζεται με τον Θησέα της γης του Λόγου Αττικής, και του παραδίνει το νήμα, τον περίφημο μίτο, για να ξεκλειδώσει τα μυστικά της «Σπηλιάς», να τα φέρει στο Φως, σε μια συμβολική, πρωτόλεια, παράδοση των ιερατείων από την μητριαρχική στην πατριαρχική εποχή. Η Αριάδνη γίνεται έτσι μυστικά ένας θηλυκός Προμηθέας, ένα μυθικό σύμβολο των γυναικών κυρίως, αλλά και των ανθρώπων γενικότερα, που κυνηγήθηκαν ανά τους αιώνες γιατί αναζήτησαν το δένδρο της γνώσης που αναφέραμε παραπάνω, την πηγή του άβατου, θέλοντας μάλιστα να την μοιραστεί. Όχι τυχαία γι ακόμη μια φορά, (αφού, όπως επισημάναμε, «αρχή Σοφίας ονομάτων επίσκεψης»), μητρίδα της είναι η Κνωσσός με ιδρυτή τον Κνας, τον «Γνώστη», που συνδέεται με το κνώσσω, το αυτοσυγκεντρώνομαι, κοιμάμαι, αυθυποβάλλομαι, μαθαίνω… Κι η «τραγική» απόφαση της, να ξέρει μα ν’ ακολουθεί την μοίρα της σ’ έναν κόσμο που αλλάζει εις βάρος της, χαρακώνει ακόμη με τα νύχια της γενναίας απόγνωσης της το πρόσωπο ενός κόσμου που δεν έπαψε στιγμή να σκοτώνει. Να σκοτώνει τους διαφορετικούς…
Η αδερφή του Μινώταυρου, που ερωτεύτηκε τον Θησέα κι ενώθηκε με τον Διόνυσο για να πεθάνει νέα σε κάποιο νησί, είναι από την άποψη αυτήν «θαλασσινή». Ταυτισμένη με το ταξίδι έξω από το «παλάτι», (την ίδια ώρα που μυστικά ακόμη και η σπηλιά αποτελεί μέρος του), η Αριάδνη γνωρίζει πως υπάρχει κόσμος πέρα απ‘τα πριγκηπικά πούπουλα και τον αναζητά. Κι όντως, «θαλασσινή» υπήρξε το «μυητικό» της «όνομα», αφού το «αριδήλη» σήμαινε «λάμπω από μακριά». Μαρμαίρω, λαμπυρίζω. Στο λεξικό συνώνυμων των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών του Χάρβαρντ υπάρχει μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Ότι το Μαρί, το σημιτικό «Μαρία», βγαίνει από το Λατινικό Μάρε (την θάλασσα), κι αυτό απ‘το ελληνικό «μαρμαίρω», λέξη που περιγράφει ποιητικά το στραφτάλισμα της απέραντης γαλάζιας μήτρας ειδωμένης από τη γη που στηρίζει τα πόδια, κι άρα το άνω θρώσκειν τ΄ ανθρώπου, την ξηρά. Ίσως γι αυτό η μυητική εκδοχή του «ω γλυκύ μου έαρ» περιλαμβάνει στίχους αφροδίσιους και συμβολισμούς που επεκτείνουν κι αλληλοπλέκουν την σχέση του «εγώ» με το «άλλο»…
Ένα από τα σύμβολα τα οποία διαμορφώνονται από τον συγκερασμό κοινωνικο-πολιτικών συνθηκών και συναισθηματικών επενδύσεων είναι αυτό ακριβώς, το πρότυπο του «άλλου». Πρότυπο σε διαρκή -και δυναμικό στις αλληλεπιδράσεις του – διάλογο με το «εμείς», (καθώς είναι φορτισμένο με όλες τις κοινωνικές και μεταφυσικές έννοιες οι οποίες συμβάλλοντας στις διακηρύξεις του – όποιου – «διαφορετικού», διαμορφώνουν με τόση ενάργεια «την αφήγηση του Εαυτού» Cox,1996, σελ.127), το «άλλο» κρύφτηκε εξίσου πίσω από εκατοντάδες αρχέτυπα και άλλα τόσα ονόματα.
Η Μήδεια, το πλέον δυνατό σύμβολο της ελληνικής τραγωδίας όσον αφορά το σκοτάδι του ανθρώπου, είναι ένα αρχέτυπο του άλλου που εισάγει από μόνο του την ανθρωπολογία του «Ξένου». Αν «Αριάδνη» σημαίνει «μαθαίνω», η ετυμολογία του ονόματος «Μήδεια» αποδίδεται στο ρήμα μέδομαι, «σκέπτομαι». Συχνά αποδίδεται λοιπόν ως «σκεπτόμενη γυναίκα» (wikipedia), αυτή που χειρίζεται, μ’ άλλα λόγια, την ύλη της μάθησης, την ύλη της Αριάδνης. Η προσέγγιση στο «ξένο» στην περίπτωση της, διαρθρώνεται με δυο κυρίως τρόπους. Από την μια η ίδια η ηρωίδα είναι μια «βάρβαρη μάγισσα», («φαρμακίδα») που έχει προδώσει την οικογένειά και τους ανθρώπους της για να βοηθήσει τον αγαπημένο της «Ιάσονα», παίρνοντας ταυτόχρονα έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Ο ευεργετημένος Ιάσονας προδίδει την «ξένη» για την κόρη του βασιλιά Κρέοντα της Κορίνθου και «πραγματική Ελληνίδα».
Η «ξένη», διδαγμένη από την ίδια την Εκάτη, αντλεί την σοφία της από τον «κάτω κόσμο», είσοδος και μέρος του οποίου είναι κι η αριαδνική (sic) «σπηλιά», κι αρνείται να υποταχθεί στους υπολογιστικούς, εξουσιαστικούς σχεδιασμούς του Ιάσονα, μία Λίλιθ της μυστικιστικής βιβλικής γραμματείας. (Η Λίλιθ ήταν η πρώτη, δημιουργημένη επίσης από χώμα γυναίκα του Αδάμ που επαναστάτησε, κι απέδρασε στην έρημο) Οι έντονες εσωτερικές της συγκρούσεις, αν ακολουθήσουν αντίστροφη πορεία από της Αριάδνης, αν εξωστραφούν (sic) δηλαδή, φέρνουν στο προσκήνιο τις πολιτικο-κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής του Ευριπίδη, που αναμφίβολα καθρεφτίζονται στην εκφορά του λόγου «της». Αν ο Σνέλ είχε δίκιο, κι αν εδώ έχουμε (κι έχουμε) να κάνουμε με ύψιστα σύμβολα γραφής και μύθου, η Αριάδνη είναι η Σοφία που παραδίδει τον μίτο και Σιωπά, ενώ η Μήδεια ετοιμάζει και καταγγέλλει τα Θυέστια δείπνα των ηγετόρων και των ακόλουθων της εποχής της με τον τρόπο του άφατου που εκρήγνυται, με τον τρόπο της κραυγής.
Κι όμως, η Μήδεια είναι αρχέτυπο δημιουργημένο στο κόσμο της «λογικής» μα και του «κυνισμού», τον πατριαρχικό κόσμο, που μέσα από αυτήν επαναδιαπραγματεύεται τον διάλογο με τα προγενέστερα μητριαρχικά ιερατεία. Κι όχι μόνο επαναδιαπραγματεύεται αλλά κι ενώνει ασύλληπτα δυο κόσμους. Η Μήδεια δεν πεθαίνει όπως η Αριάδνη. Σκοτώνει. Και μάλιστα το γέννημα αυτού που την εκτόπισε παίρνοντας ως δυνάστης τα νέα ιερατεία. Ο Ευριπίδης, έτσι, μπροστά από τον Μέσο άνθρωπο της εποχής του και με το χάρισμα του σπάνιου Ποιητή να είναι ένας «συμπαντικός άνθρωπος», (ένας άνθρωπος που ξεφεύγει από την όποια σεξιστική, φυλετική, θρησκευτική, ιδεολογική κλπ ομάδα του και να τοποθετείτε – όχι απλώς να μιλά, κι η εκπληκτικές του «Τρωαδίτισσες» το δείχνουν – εξ ονόματος του «κοινού ανθρώπινου καλού»), διαπραγματεύεται με το Ξένο και σ’ ένα δεύτερο, βαθύτερο επίπεδο. Επισημαίνοντας, μέσα από την «μαγική», μια αξιοσημείωτη γυναικεία σοφία, κι ακόμη έναν ρόλο ηρωικό σύμφωνα με τα πρότυπα του ανδρικού ηρωισμού και της εκδίκησης. Και ταυτόχρονα, όπως αλλού σημειώνεται, (wiki) ηρωοποιώντας ένα πρότυπο εντελώς «αντίθετο προς τα δεδομένα της θηλυκής παρουσίας στην κλασική Ελλάδα, όπου η γυναίκα περιορίζεται στα του οίκου της, δίχως ιδιαίτερη παρουσία ή ρητορικές δυνατότητες». Δίχως την παρουσία του Λόγου. Αυτόν τον ρόλο, που βάζει φωτιά στην Αθηναΐκή (κι όχι μόνο) οικογένεια που δρούσε και τότε ως θεμέλιο σκαλί στην ιεραρχία της ηγεμονίας, «τον αναλαμβάνει η Μήδεια, προκειμένου να χειριστεί τον Κρέοντα για να κερδίσει το χρόνο που χρειάζεται. Η απώλεια του Ιάσονα είναι απλά θέμα πάθους. Αυτό που εξοργίζει περισσότερο πιθανώς τη Μήδεια είναι η ταπείνωση και η λύση του όρκου, για την τήρηση του οποίου θα φροντίσει με τρόπο βίαιο και απεχθή για τη χριστιανική ηθική. Ως ιέρεια της Εκάτης δεν ανέχεται τη λύση του όρκου, ενός σημαντικού δεσμού ανάμεσα στους ανθρώπους και τους ανθρώπους ή τους δαίμονες.» (ο.π.) Κι είναι γι αυτό που, σε έναν βαθύ πολιτισμό, η εκδίκηση είναι τόσο ιερή όταν έχει διαπραχθεί ιεροσυλία. Γιατί βοηθάει σε μια νέα αρχή και συμπαντική ισορροπία.
Όμως η Μήδεια, Λερναία Ύδρα της πρόσληψης, ως κείμενο είναι τόσο πολυσχιδές που θα μπορούσε από μόνο του να γεννήσει την φράση του Μπαρτ ότι «ο συγγραφέας έχει πεθάνει», αφού, σε συνεχή διάλογο με τα άτομα και το κοινωνικοπολιτικό τους πλαίσιο, γεννά περισσότερες αναγνώσεις-παιδιά απ’ όσα η ηρωίδα του σκοτώνει.
Στον μεταγενέστερο κόσμο, έτσι, θεωρήθηκε πως μέσα από αυτόν τον μύθο υποβάλλεται η άποψη ότι ο μόνος φυσιολογικός χώρος της γυναίκας είναι το σπίτι κι η τεκνοποιία. Μιας και λόγω της «φιλοδοξίας» της χάνει την μητρότητα, γινόμενη το αρχέτυπο της καταστροφέως που απορροφάται από τη δίψα για εξουσία κι εκδίκηση. «Άρα το μόνο και σωστό πρότυπο γυναίκας μπορεί να ναι αυτή που απορροφάται από τα παιδιά κι αφήνει τον άνδρα να ζει και να εξουσιάζει. Κι όμως, η εκδίκηση της Μήδειας δεν υπήρξε χειρότερη από τόσες σφαγές ανδρών κ πατέρων»…
O Ευριπίδης, μαχόμενος με την πένα του το απόλυτο που επισημάναμε στην αρχή, πλαταίνει τα όρια της ύπαρξης, πέρα από ισμούς της εποχής του. Κι ως άλλος σοφιστής φαίνεται να είναι άνθρωπος δίχως πατρίδα, όπως το διατυπώνει ο A. Lesky, γιατί δικαιώνει μέσω του χορού στον αγώνα λόγων την οργή της βάρβαρης φαρμακίδας, αντιβαίνοντας ουσιαστικά τις ηροδότειες επιταγές για το ομόαιμον… Επιλέγοντας, έτσι, να ταρακουνήσει τους θεατές, γενόμενος η συνείδηση της εποχής του. Η Μήδεια, τραβώντας κάτω από τα πόδια το βαθύ υπαρξιακό ψευδο-πρότυπο της υπομονετικής «μανούλας», είναι ίσως η μόνη τραγωδία που δεν έχει στόχο την κάθαρση, τον εφησυχασμό, μα την ανησυχία, θυμίζοντας την ρήση της Κέην: «Δεν θέλω να γράφω θέατρο για ένα «καλλιεργημένο» κοινό που θέλει απλώς να περάσει καλά το Σαββατόβραδο» (και στο υπόλοιπο του βίου του, θα προσθέταμε, στηρίζει κάτω από κομψούς τρόπους κι «ευαισθησίες» την καλυμμένη, τελετουργική – κοινωνική και διαπροσωπική – βαρβαρότητα).
Από την άποψη αυτή η Μήδεια τρέπεται στο αρχέτυπο της παραβιασμένης απ‘τον υλιστικό κι εξουσιαστικό πολιτισμό φύσης και της καταπιεσμένης γυναικείας ψυχής και ηδονής, που μπορεί κάθε στιγμή «να εγερθεί και να πάρει την εκδίκηση της» (Auerbach).Το σώμα της, άρα, όπως και αντεστραμμένα της Αριάδνης, «είναι όλα τα σώματα μαζί, το στόμα της είναι όλα τα στόματα μαζί», όπως επισημαίνει για άλλη περίπτωση ο Παπαγιώργης. «Μόνο το πρόσωπο είναι αδιαπραγμάτευτο. Γιατί ο άνθρωπος κατοικεί στο πρόσωπο του…»
Αλλά το πρόσωπο «αυτό» του ανθρώπου έχει την ικανότητα να επιστρέφει μες από τους αιώνες τρομακτικά ξένο και τρομακτικά κοινό, για να μας θυμίζει όσα θέλουμε να ξεχάσουμε. Κι όσα δεν θέλουμε να θυμηθούμε. Μιλάμε ακόμη στο ίδιο δωμάτιο με την Αριάδνη, πίνουμε ακόμη καφέ με την Μήδεια, συναντιόμαστε ακόμη σε μια διαδήλωση ή σ’ ένα γραφείο με τον Κρέοντα και την Αντιγόνη, βλέπουμε ακόμη τον Ιάσονα να μπαίνει απ‘τα τηλεπαράθυρα στη βουλή, είμαστε ακόμη καλεσμένοι σε θυέστια δείπνα, σε δείπνα όπου ο εξυπνακισμός κι η υποκρισία μας, μάς οδηγεί να φάμε ανήξεροι τα ίδια μας τα βιολογικά ή πνευματικά παιδιά, ακόμη «καλλιεργημένα» και «προοδευτικά» ανθρωπάρια σε μικρούς ή μεγάλους χώρους για να εδραιώσουν την εξουσία τους συκοφαντούν γυναίκες (ή αξιότερους τους γενικά). Ακόμη το αληθινό επίθετο της γενιάς μας είναι Λαβδακίδες κι η αληθινή πόλη μας η Θήβα. Και το κυριότερο, τόσο συχνά, είμαστε εμείς κατά στιγμές, πολλά απ‘όλα τα παραπάνω, κατασκευάζοντας δικαιολογίες κατά προτίμησην σπουδαίες για την αυτοδικαίωση μας, δίχως να έχουμε την δύναμη και την εντιμότητα να πούμε, όμοια με τον Οιδίποδα, «ακουστέον». (Δεν μπορώ μα όμως πρέπει και θα τ΄ ακούσω.)
Μα οι αλήθειες επιστρέφουν σαν ψίθυρος μες απ‘τα κείμενα των μεγάλων τραγικών, και μες απ‘τους μύθους. Κι είναι αυτή η δύναμη τους. «Γιατί λοιπόν τούτη η δύναμη των ελληνικών μύθων στον πολιτισμό μας; Γιατί μας στοιχειώνουν ακόμη;» Ρωτούσε ο Στάιγκερ στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Ίσως γιατί ισχύει το βιβλικό «Εν αρχή ην ο Λόγος», κι η δύναμη του «αρχαιο-ελληνικού λόγου» είναι πως δεν μένει στην «θεωρία των ευαίσθητων», μα γίνεται ενέργημα, πως γίνεται πράξη.
Ένα καλοκαίρι, στα τέλη της εφηβείας μου, στο πολύβουο νησί της Νάξου, τόπο μυθολογικής τεκνογονίας και ταφής της Αριάδνης, κοίταζα με μάτια ορθάνοιχτα μία επιγραφή και την νεοελληνική της μετάφραση στο αρχαιολογικό Μουσείο. «Δως μου πλασμένο από Γης ποτήρι για να πιω. Της γης όπου με γέννησε. Της γης που θα ταφώ». Θυμάμαι πως κατενόησα με μιας την ιερόσυλη σχέση που ενώνει βαθιά την ουσιαστική αγιότητα με την γραφή. Το «αλκοόλ», όποια μορφή κι αν έχει, (ποτού, ιδέας, λαβωματιάς ή έρωτα), με την λογοτεχνία. Οι Νάξιοι, λέγει ο μύθος, πίστευαν ότι η Αριάδνη είχε πεθάνει εκεί και ότι με τον Διόνυσο είχαν δύο παιδιά, τον Στάφυλο και τον Οινοπέα. Κι οι δυο παράγωγα της Αμπέλου, των ξωτικών του αλλιώτικου, της νύκτας. Ή αλλιώς της Λήθης μπροστά σ’ ό,τι μας χαράκωσε. Και σ’ ό,τι θα μας βρει.
Κι όμως, σ’ αυτόν τον ατέρμονο διάλογο με ό,τι μας είναι ανοίκειο και ξένο, ο Θησέας δε μπήκε στ αλήθεια στην σπηλιά. Την είχε αποξαρχής εντός του. Όμοια με την σπηλιά που η Μήδεια έφερε στο φως, ραγίζοντας του πολιτισμού τους καθρέφτες. «Κι ο εαυτός ειν΄ ένας άλλος», υπογράμμισε ο Ρεμπώ, μιλώντας φροΰδικά για την αγάπη και την εξουσία, για την ελπίδα και την απελπισία, για τον «ίδιον» και τον «αλλότριο», για την σεξουαλικότητα και το κτήνος που κρύβουμε εντός μας. Για τον θάνατο και την δημιουργία. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, κι αν ξεπεράσουμε τους εσωτερικευμένους ελέγχους με την έννοια που τους έθεσε ο Φουκώ, την καταστολή που εσωτερικεύεται σαν κοινωνικοπολιτικά καθορισμένη «θεία εντολή» και εκδηλώνεται σαν φοβική, επίπλαστη πειθαρχία, (και γι αυτό ξεφεύγει πότε πότε ως γελοία απολιτίκ εκτόνωση) τότε ίσως μπορέσουμε να κατανοήσουμε την «δια των ονείρων καύσις των αιρετικών της νύχτας» που έγραψε κι ο Χειμωνάς. Και στην ίδια φωτιά να συναντήσουμε και την Αριάδνη και την Μήδεια. Και μας και τον δικό ή μακρινό μας ξένο…
Ο Victor Frankl, (1987) δίνοντας το παράδειγμα με τον θεό που παρουσιάστηκε σαν σύννεφο μπροστά από τους Ισραηλίτες για να τους καθοδηγήσει στην μεγάλη πορεία στην έρημο προς την γη της επαγγελίας, αντί να παρουσιαστεί εντός τους οπότε θα τους μπέρδευε, σημειώνει πως το νόημα δεν πρέπει να συμβαδίζει με την ύπαρξη. Το νόημα πρέπει να πηγαίνει μπροστά από την ύπαρξη. Κι είναι ακριβώς έτσι αν θέλουμε να ξεφύγουμε απ’ το συλλογικό και προσωπικό εγώ και την αλαζονεία των από αιώνες αδιέξοδων κοσμοαντιλήψεων που γεννάει. Μα αυτό το μπροστά, για την «ελληνική» σύλληψη του κόσμου που ταύτιζε την δράση με την φιλο-σοφία του ατόμου (και το αντίστροφο) και όχι με την μεταφυσική, δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει την αγωνία για το «ακουστέον», για τη συνομιλία με το ξένο, το – εντός κι εκτός μας – ανοίκειο, πλαταίνοντας το «εμείς». «O δρόμος προς τον πλησίον είναι μακρύς» όμως, όπως κι η Φωνή η διανούουσα διαστήματα ετών χιλιάδων ως τον Θεό.
Οι Γυναίκες του Μύθου, όπως η Μήδεια κι η Αριάδνη, δεν θα μας εγκαταλείψουν ποτέ σ’ αυτό το ταξίδι. Αφού ο άνθρωπος είν΄ απ΄ τη φύση του και μυθοπλάστης και μυθοαναζητητής. Αλλά όταν ο μύθος ντύνεται το απόλυτο, τότε ο λόγος από ενέργημα γίνεται δόγμα, κι ο άνθρωπος από αιτία μέσον. Ίσως γι αυτό στη «λειτουργία του λόγου τον ονειρευόμενο θα τον βαραίνουν όλο και περισσότερο τα καθήκοντα της λύπης, του νοείν, του λέγειν, και του είναι». (Χειμωνάς, Τα όνειρα της αϋπνίας Πλέθρον, 1991).
Και σ’ αυτό το Είναι ή μη Είναι, ο «Εαυτός» και ο «Άλλος», αλλάζοντας ονόματα και θέσεις, θα παραμένουν σε αυτόν τον μόνιμο και περίπλοκο διάλογο ανάμεσα στον “Απειλητικό Άγριο” της Μήδειας και στον μίτο, στον “Διαρκώς Επανερχόμενο Μεσσία” της Αριάδνης. Διάλογος ανίκανος να ολοκληρωθεί ώσπου η ανθρωπότητα να συνειδητοποιήσει την ανάγκη να αναζητά τον μύθο με λιγότερο ναρκισσισμό, δηλαδή με λιγότερη αλαζονεία και περισσότερη ανεκτικότητα. Ίσως τότε (όπως έγραψε κι ο Ρίτσος στην Ελένη) μπορούμε να κοιτάξουμε μαζί το ίδιο σημείο της ματαιότητας όπου πραγματοποιούνται, θαρρώ, οι μόνες σωστές συναντήσεις…
Βιβλιογραφία
- Auerbach, N. ,1982, «Woman and the Demon: The Life of a Victorian Myth», Cambridge, Harvard University Press.
- Barthes, R. ,1973, «Mythologies» ,London, HarperCollins.
- Davis Good, Elisabeth, 1082, Το Πρώτο Φύλο, Νέα Σύνορα
- Fairclough, N. «Language and Power», London, Longman.
- Foucault, M. ,1984, «The History of Sexuality», Harmondsworth, Penguin
- Frankl Victor, 1987, Ψυχοθεραπεία και Υπαρξισμός Ταμασός
- Freud,S.,1975, «Totem and Taboo»
- Stone, Merlin, 1984, Ancient Mirrors of Womanhood, Beacon Press
- Jung, C. and Kerenyi C.,1989, «Essays on a Science of Mythology» Hull’s New York
- «Γυναίκες και Ιερό», 2001, (Μαραβέλια, Τσαγκρινός, Αυλίδου), Αρχέτυπο.
- Χειμωνάς, Γ, 1991, «Τα όνειρα της αϋπνίας», Πλέθρον.
Κυριακή 17 Ιουλίου 2011
Μηδείας πάθη...
ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΙ ΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ
Εν έτει 2010, ο αμερικανός σκηνοθέτης, Μπράιαν Ντόρις, με τη βοήθεια του Πενταγώνου, έστησε στις ΗΠΑ το Theater of War, το «Θέατρο του Πολέμου», το οποίο μέσα από αναγνώσεις επιλεγμένων αρχαίων έργων του Σοφοκλή δημιουργεί μία αόρατη γέφυρα επικοινωνίας, ανάμεσα στους πολεμικούς ήρωες της αρχαιότητας και τους στρατιώτες του σήμερα, που επιστρέφουν από το μέτωπο και υποφέρουν από μετατραυματικό σοκ.
«Είναι συγκλονιστικό να ανακαλύπτεις ότι παρά το πέρασμα των αιώνων δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα. Οι στρατιώτες αισθάνονται την ίδια αγωνία, το φόβο, το άγχος, την πίκρα ενάντια στους ανώτερούς τους και οι οικογένειές τους μοιράζονταν την ίδια αίσθηση απώλειας», λέει ο Τόνι, 31 ετών, ο οποίος έχει γυρίσει εδώ και ένα χρόνο από το Ιράκ, αλλά δεν μπορεί να βρει ησυχία.
Όπως γράφει ο «Κόσμος του Επενδυτή», οι παραστάσεις έχουν αρχίσει από πέρυσι, καλύπτοντας θέατρα σε όλες τις ΗΠΑ. Γίνονται συνήθως μπροστά σε σχετικά μικρές ομάδες στρατιωτών, βετεράνων και συγγενών και δεν ξεπερνούν τη μία ώρα. Ακολουθεί συζήτηση με βάση το κείμενο.
Τα έργα που έχουν επιλεγεί, είναι ο «Αίας», η παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή, και ο «Φιλοκτήτης». Στον Αίαντα, ο πιο δυνατός από τους έλληνες πολεμιστές της Τροίας εξαγριώνεται όταν δεν του αποδίδονται τα όπλα του νεκρού φίλου του, Αχιλλέα, σταδιακά πέφτει σε κατάθλιψη και τελικά τρελαίνεται και αυτοκτονεί.
Παρά το διασυρμό της σημερινής Ελλάδας, λόγω της οικονομικής κρίσης, οι αρχαίοι κλασικοί επιστρέφουν δυναμικά στην αμερικανική καλλιτεχνική και πολιτιστική σκηνή.

